KYPARISSIOTIS

ΤΟ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΜΑΣ: Ποιητή!


Του συνεργάτη μας Παν. Αντωνόπουλου
 Πού ‘σαι ποιητή; Γιατί δεν παραδίδεις τίποτα; Περιμένεις τον Αναγνωστάκη να κλάψει το Χάρη του; Τόσοι Χάρηδες νεκροί από τους σημερινούς Ευρωπαίους και Έλληνες μελανοχίτωνες, ζητούν μιαν άγια ώρα από σε να τους θυμηθείς!  Γίγας του πνεύματος εσύ, βαρύς ο στίχος σου να πέσει επί των κεφαλών των τυράννων μας. Αν διστάζεις, στίχοι, παιδιά χαμένων ποιητών θα σου ανοίξουν το δρόμο, την άρπα τους θα σου παίξουν με αλληλούια και χερουβείμ.
Άρξομεν:   << Τύραννοι του κόσμου! σπαρταρείστε! και σεις αμαρτωλοί δούλοι, ανδρωθείτε, εξεγερθείτε! >> 
 Στίχοι ραμμένοι στα μέτρα των νάνων που μας κυβερνούν: << Αν τουλάχιστον μέσα στους ανθρώπους αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία… Σιωπηλοί, θλιμμένοι με σεμνούς τρόπους θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία >>.
 Με τα λόγια της μητέρας των εξόριστων: << Δώστε σε μένα τους φτωχούς, τους καταφρονημένους, που τσάκισαν οι συμφορές και λαχταρούν γι’ ανάσα Ελεύθερη, στείλτε εδώ τους ανεμοδαρμένους, τους άστεγους, τους ναυαγούς κι όλο τ’  ανθρωπολόι… >>
 Με στίχους σαρκασμού. Καγχάζοντες με τέτοιες κραυγές που θυμίζουν βογκητά. Τα βογκητά του δούλου Έλληνα: << Παπάδες, καθηγητές, δάσκαλοι, (πολιτικοί), κάνετε λάθος, παραδίδοντάς με στη δικαιοσύνη. Δε νιώθω τους νόμους σας, δεν έχω συνείδηση της ηθικής σας, είμαι ένας χτήνος. Είστε ψεύτικοι, γέροι εσείς, μανιακοί, αγριάνθρωποι, φιλάργυροι. Έμπορε είσαι νέγρος, αυτοκράτορα παλιά φαγούρα. Έχεις ρουφήξει αφορολόγητο πιοτό απ’ το εργοστάσιο του σατανά >>.
Στίχοι αφιερωμένοι στους γαλαζοχίτωνες της βουλής. Άγνωστο γι’ αυτούς το μεροκάματο σε χώρες τροπικές: << … πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότια Κίνα, χιλιάδες παραλάβαινες  τσουβάλια σόγια… Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’  ανάβει, χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει… Η λαμαρίνα! η λαμαρίνα όλα τα σβήνει. Μας έσφιξε το kuro  siwo  (πούσι) σαν μια ζώνη κι εσύ κοιτάς ακόμη απ’ το τιμόνι … >>
Για τους ίδιους πάλι από άλλον υπηρέτη της Μούσας: << Τους ύπατους εγώ ανέδειξα στις συνελεύσεις κι αυτοί κληρονόμησαν τα δικαιώματα, φορούσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα, σανδάλια μεταξωτά ή πανοπλία, εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου, η θέλησή μου που καταπατήθηκε τόσους αιώνες >>.
<< Βοσκοί, στη μάντρα της πολιτείας οι λύκοι! Οι λύκοι! Στα όπλα. Ακρίτες! Μακριά οι φαύλοι και οι περιττοί, καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι, για λόγους άδειους ή για του ολέθρου τα έργα βαλτοί! >>  Κι όμως ούτε ψύλλος στον κόρφο τους!
Και το  κερασάκι στην τούρτα: << Την φίλη μου Ευρώπη με πέντε φασκελώνω, απάνω στο τραπέζι μου τον γρόθο μου χτυπώ… Εχύθη ο καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τις πω >>.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια