google.com, pub-4409140963597879, DIRECT, f08c47fec0942fa0 ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑΣ

ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑΣ


 Τὸ Φαράγγι τῆς Περιστεριᾶς

Τὸ φαράγγι τῆς Περιστεριᾶς δὲν σ’ ἀνοίγεται. Σὲ σφίγγει. Μπαίνεις καὶ οἱ πέτρες πλησιάζουν, τὰ βράχια ἀκουμποῦν σχεδὸν τοὺς ὤμους σου, καὶ τὸ φῶς λιγοστεύει σὰν νὰ τὸ τραβοῦν μέσα τους. Τὸ νερό δὲν εἶναι βαθύ, μα δὲν εἶναι καὶ ἀθώο. Φτάνει ὡς τὰ γόνατα, κρύο, βαρὺ, μὲ ῥοὴ ποὺ δὲν φαίνεται ἀλλὰ σὲ κρατᾷ. Κάθε βῆμα θέλει σκέψη, γλιστροῦν οἱ πέτρες, καὶ ἡ σιωπὴ ἔχει βάρος, σὰν νὰ συσσωρεύτηκε ἐκεῖ ἀπὸ παλιὰ.

Καθὼς προχωρᾷς, ὁ δρόμος στενεύει ἀκόμη περισσότερο, ὡς ποὺ φτάνεις στὸ τέλος, σ’ ἐκεῖνο τὸ ἀδιέξοδο ποὺ δὲν τὸ λες τοῖχο, ἀλλὰ στόμα κλειστό. Ἀπὸ ψηλὰ, ἀπὸ ρωγμὲς ποὺ δὲν φαίνονται, σταλακτιὲς πέφτουν ἀργά, μία μία, καὶ σὲ βρίσκουν στὸ πρόσωπο. Δὲν ξέρεις ἂν εἶναι νερό ἢ ἂν εἶναι ὁ τόπος ποὺ σὲ δοκιμάζει. Ἐκεῖ, ἀκόμη καὶ ἡ ἀνάσα ἀκούγεται ξένη, σὰν νὰ μὴν ἀνήκει σ’ ἐσένα.

Καὶ ὕστερα εἶναι οἱ νύχτες. Ὄχι ὅλες. Κάποιες μοναχά, ὅταν τὸ φεγγάρι βρίσκει δρόμο ἀνάμεσα στὶς φυλλωσιὲς καὶ στὶς πέτρες. Σὰν νὰ ψάχνει κάτι παλιὸ, γλιστρᾷ ἀπὸ σχισμὴ σὲ σχισμή, κατεβαίνει χαμηλά, καὶ φτάνει νὰ λουστεῖ στὰ νερὰ τοῦ φαραγγιοῦ. Τότε τὸ νερό δὲν ἀντανακλᾷ. Λάμπει ἀπὸ μόνο του, βαθιὰ καὶ ἀκίνητα, σὰν νὰ ἄναψε ἀπὸ μέσα του.

Ἐκεῖνες τὶς ὥρες, λένε, τὸ νερό ἀνοίγει. Καὶ ἀπὸ τὴ λάμψη του γεννιέται μορφή. Γυναῖκα πεντάμορφη, ὄχι ἀνθρώπινη, μὲ σῶμα ὑγρὸ καὶ φῶς κολλημένο στὸ δέρμα. Τὰ μαλλιά της μακριά, βαριά, σὰν φύκια καὶ νύχτα μαζί, καὶ τὰ πλένει ἀργά μὲ τὸ ἴδιο τὸ νερό τοῦ φαραγγιοῦ, σὰν νὰ καθαγιάζει τὸ πέρασμα. Δὲν μιλᾷ, δὲν κοιτᾷ. Ὑπάρχει. Καὶ ὅπου ὑπάρχει, ὁ τόπος σωπαίνει.

Οἱ παλιοὶ ἤξεραν πὼς αὐτὸ δὲν ἦταν παραμύθι. Στὸν Μοριᾶ, πρὶν ἔρθουν ἄλλες πίστεις καὶ ἄλλοι νόμοι, τὸ φεγγάρι κυβερνοῦσε τὰ νερά, τὰ σώματα καὶ τὰ ὅρια. Ὅπου ἡ γῆ ἄνοιγε καὶ τὸ νερό στεκόταν, ἐκεῖ γεννιόταν φύλακας. Ἡ γυναῖκα τοῦ φαραγγιοῦ δὲν εἶναι νεράιδα οὔτε ψυχή. Εἶναι ἡ Κυρά τοῦ τόπου, τὸ θηλυκὸ πνεῦμα τοῦ νεροῦ καὶ τῆς πέτρας, παλιότερη ἀπὸ τὰ χωριά, παλιότερη ἀπὸ τὰ μονοπάτια, ἴσως παλιότερη καὶ ἀπὸ τὰ ὀνόματα.

Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ σημάδια δὲν ἦταν λατρεία, ἀλλὰ ἀναγνώριση. Ψωμὶ μουσκεμένο στὸ νερό, φύλλα μυρτιᾶς στὶς πέτρες, ἢ μία πέτρα γυρισμένη ἀλλιῶς ἀπ’ ὅλες τὶς ἄλλες. Ἔτσι ἔλεγες «σὲ εἶδα» καὶ περνοῦσες. Ὅποιος δὲν ἄφηνε τίποτα, ἔλεγαν πὼς δὲν τὸν ξέχασε ὁ τόπος.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπῆρχε κανόνας, καὶ δὲν τὸν ἔσπαγαν. Τρεῖς νύχτες τὸν μῆνα δὲν πατᾶς στὸ φαράγγι. Τὴ νύχτα ποὺ γεμίζει τὸ φεγγάρι, τὴ νύχτα ποὺ χάνεται, καὶ τὴ νύχτα ποὺ λουστεῖ στὰ νερά του. Τότε δὲν κατεβαίνεις, δὲν φωνάζεις, δὲν πετᾶς πέτρα, δὲν κοιτᾶς τὸ νερό κατάματα. Γιατί ἐκεῖνες τὶς ὥρες ὁ τόπος δὲν εἶναι δικός μας. Ἐκεῖνες τὶς ὥρες ἡ Κυρά ἀνοίγει τὸ πέρασμα καὶ μετρά. Καὶ ὅποιος βρεθεῖ ἐκεῖ χωρὶς λόγο καὶ χωρὶς σεβασμό, δὲν χάνεται. Μένει. Καὶ ὅποιος μένει στὸ φαράγγι, ἀκόμη κι ἂν φύγει, δὲν γυρίζει ποτέ ὅλος.

Σκιὲς καὶ Θρύλοι τοῦ Μοριᾶ

21 Ἰανουαρίου 2026

Post a Comment

أحدث أقدم