ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΑΡΑΓΕ ΟΛΕΣ ΟΙ ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ, ΤΙ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΜΙΑ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΚΑΙ ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΚΑΝΕΙ ΕΝΑΣ ΣΟΒΑΡΟΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑΣ ΑΡΧΙΜΟΥΣΙΚΟΣ;
Άραγε έχουν αναλογιστεί όλες οι δημοτικές αρχές της χώρας μας τι ακριβώς σημαίνει η ύπαρξη και η λειτουργία μιας φιλαρμονικής; Έχουν επίγνωση του πολιτισμικού, παιδαγωγικού και κοινωνικού της αποτυπώματος; Και κυρίως, γνωρίζουν τι πραγματικά επιτελεί ένας σοβαρός αρχιμουσικός με ανάλογες σπουδές και επαγγελματική συγκρότηση; Επειδή βλέπουμε και ακούμε πολλά, νομίζω πως το λιγότερο που έχουμε να κάνουμε, είναι ΝΑ ΑΝΑΡΩΤΗΘΟΥΜΕ.
Η φιλαρμονική δεν είναι απλώς ένα μουσικό σύνολο που παρελαύνει σε εθνικές επετείους ή πλαισιώνει λιτανείες και τοπικές εορτές. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός πολιτισμού, ένα εργαστήρι παιδείας, ένα κύτταρο κοινωνικής συνοχής. Σε πολλές επαρχιακές πόλεις και κωμοπόλεις αποτελεί τη μοναδική οργανωμένη και συστηματική δομή μουσικής εκπαίδευσης. Για ΑΜΕΤΡΗΤΑ παιδιά και νέους, η φιλαρμονική είναι η πρώτη -και συχνά η μόνη- επαφή με τη θεωρία της μουσικής, τη μελέτη οργάνου, τη συλλογική πειθαρχία, τη χαρά της δημιουργίας.
Στην καρδιά αυτού του οργανισμού βρίσκεται ο αρχιμουσικός. Και εδώ αρχίζουν τα ουσιώδη ερωτήματα. Διότι ο αρχιμουσικός δεν είναι απλώς «αυτός που κουνά το χέρι μπροστά από την μπάντα». Είναι παιδαγωγός, ενορχηστρωτής, οργανωτής, ψυχολόγος, διαχειριστής κρίσεων, συχνά ακόμη και τεχνικός οργάνων. Είναι εκείνος που διαμορφώνει ήχο, ύφος και πειθαρχία. Που επιλέγει ρεπερτόριο με κριτήριο όχι μόνο το εντυπωσιακό αποτέλεσμα, αλλά την εκπαιδευτική πρόοδο των μελών. Που κατανέμει φωνές ανάλογα με τις δυνατότητες των μουσικών, που διορθώνει τεχνικές ατέλειες, που διδάσκει αναπνοή, ρυθμική αγωγή, ακουστική ισορροπία κτλ. Και όλα αυτά -ως επί το πλείστον- σε άπειρους ή απλά ερασιτέχνες μουσικούς, που δε θέλουν κάποιον να τους πει τη λάθος νότα, ή τη λάθος δυναμική, αλλά έναν φίλο «που ξέρει τον δρόμο». ΘΕΛΟΥΝ ΕΝΑΝ ΠΟΥ ΝΑ ΜΗ ΒΛΕΠΕΙ ΛΑΘΗ, ΑΛΛΑ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ.
Ένας σοβαρός αρχιμουσικός, με σπουδές διεύθυνσης μπάντας ή ορχήστρας, ανώτερη θεωρητική κατάρτιση και διδακτική εμπειρία, εργάζεται σε πολλαπλά επίπεδα:
Καλλιτεχνικό επίπεδο: επιμελείται το ηχόχρωμα, τη δυναμική, την ερμηνευτική προσέγγιση. Μετατρέπει μια ομάδα ερασιτεχνών ή μαθητευόμενων μουσικών σε σύνολο με ταυτότητα.
Παιδαγωγικό επίπεδο: οργανώνει τμήματα αρχαρίων, επιβλέπει τη μεθοδική εξέλιξη των μαθητών, θέτει ρεαλιστικούς αλλά απαιτητικούς στόχους, ώστε να μπορεί να εκμεταλευτεί το 100% των δυνατοτήτων τους.
Οργανωτικό επίπεδο: προγραμματίζει πρόβες, εμφανίσεις, παρελάσεις, συναυλίες, φροντίζει για την εύρυθμη λειτουργία και ΠΟΛΥ συχνά διαχειρίζεται ελλείψεις σε όργανα ή υλικό.
Κοινωνικό επίπεδο: λειτουργεί ως πρότυπο και σημείο αναφοράς για νέους ανθρώπους, διατηρεί ισορροπίες, καλλιεργεί πνεύμα συνεργασίας και συλλογικής ευθύνης.
Οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται όταν μιλούμε για επαρχιακές φιλαρμονικές. Εκεί όπου οι οικονομικοί πόροι είναι περιορισμένοι, η πρόσβαση σε σύγχρονο εξοπλισμό δύσκολη, οι ΛΙΓΟΙ μαθητές συχνά αντιμετωπίζουν μετακινήσεις, φροντιστήρια, οικογενειακές υποχρεώσεις. Εκεί όπου η δεξαμενή υποψηφίων μουσικών είναι μικρή και ο αρχιμουσικός καλείται να δουλέψει με ανομοιογενές επίπεδο γνώσεων (αρχάριοι δίπλα σε προχωρημένους, παιδιά δίπλα σε ενήλικες). Εκεί όπου η έλλειψη βοηθητικού προσωπικού σημαίνει ότι ο ίδιος θα επιμεληθεί από την καθαριότητα έως τη μεταφορά αναλογίων.
Στην επαρχία, ο αρχιμουσικός συχνά καλείται να «χτίσει» από το μηδέν. Να δημιουργήσει ενδιαφέρον σε μια κοινωνία που ίσως δεν έχει μουσική παράδοση, ή δεν είχε για χρόνια φιλαρμονική, ή -το χειρότερο όλων- να έχει ρεκόρ διαλύσεων φιλαρμονικών εντός λίγων δεκαετιών. Να πείσει γονείς για τη σημασία της μουσικής παιδείας. Να κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον των εφήβων σε μια εποχή αποσπασματικής προσοχής και ψηφιακών περισπασμών. Να διατηρήσει υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο, ενώ παράλληλα εκπαιδεύει διαρκώς νέα μέλη που αντικαθιστούν όσα αποχωρούν.
Και όμως, παρά το εύρος και τη βαρύτητα αυτής της αποστολής, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο δημοτικές αρχές να αντιμετωπίζουν τη θέση του αρχιμουσικού ως μια απλή, τεχνική απασχόληση. Να θεωρούν ότι αρκεί «κάποιος που ξέρει μουσική» ή «κάποιος που έπαιζε σε μια μπάντα» για να αναλάβει τη διεύθυνση. Να προσλαμβάνουν τον εκάστοτε «πειστικό», χωρίς να εξετάζουν ουσιαστικά προσόντα, σπουδές, διδακτική εμπειρία, γνώση ενορχήστρωσης και παιδαγωγικής μεθοδολογίας. ΓΙΑΤΙ ΑΠΛΑ ΟΥΤΕ ΞΕΡΟΥΝ, ΟΥΤΕ ΡΩΤΑΝΕ.
Το αποτέλεσμα φυσικά είναι ΠΡΟΔΙΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟ. Στασιμότητα, προχειρότητα, αποδυνάμωση του συνόλου, απομάκρυνση των μουσικών μικρών και μεγάλων (ιδίως των μεγάλων που ξέρουν τι γίνεται) και τέλος διάλυση. Διότι η φιλαρμονική δεν επιβιώνει με αυτοσχεδιασμούς. Χρειάζεται όραμα, σχέδιο και επιστημονική επάρκεια.
Ίσως λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι δημοτικές αρχές επιθυμούν μια φιλαρμονική (σχεδόν όλες δηλώνουν ότι τη θέλουν). Το ερώτημα είναι αν αντιλαμβάνονται τι συνεπάγεται η ύπαρξή της και αν είναι διατεθειμένες να επενδύσουν στον θεμέλιο λίθο της, έναν καταρτισμένο, παιδαγωγικά επαρκή και καλλιτεχνικά ώριμο αρχιμουσικό.
Διότι η ποιότητα μιας φιλαρμονικής δεν κρίνεται μόνο από τη στολή και την παράταξη στην παρέλαση. Κρίνεται από τον ήχο της, από την πρόοδο των παιδιών της, από το ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ. Και αυτά, σε μεγάλο βαθμό, φέρουν την υπογραφή εκείνου που στέκεται απέναντί της, υψώνοντας τη μπαγκέτα όχι απλώς για να δώσει ρυθμό, αλλά για να διαμορφώσει συνείδηση.
Λάκης Σαμαράς
Αρχιμουσικός
